Νέα

Συνέπειες από την Απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στις συνεκδικαζόμενες προσφυγές αρ. 98/13 κ.α, ημερομηνίας 29/03/2019 αναφορικά με τον Νόμο περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμος, Ν. 168(Ι)/2012’.

Κατά τον Π. Δαγτόγλου «Το θέμα του Δικαστικού έλεγχου της Συνταγματικότητας των νόμων είναι καίριας σημασίας για την ελευθερία και την δημοκρατία μίας χώρας με Αυστηρό Σύνταγμα όπως είναι η δική μας, οι προϋποθέσεις και οι επιπτώσεις του αφορούν άμεσα η έμμεσα όλα σχεδόν τα θεμελιώδη ζητήματα του συνταγματικού δικαίου, ιδίως όμως την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[1]».

Η πιο πάνω απόφαση πραγματεύεται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία που καταχυρώνεται στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Το ουσιαστικό ζήτημα το οποίο κλήθηκε το Δικαστήριο να αποφασίσει σε σχέση με τις εν λόγω προσφυγές, είναι το κατά πόσο η μείωση των απολαβών που υπέστησαν οι προσφέυγοντες, οι οποίοι είναι υπάλληλοι στην κρατική υπηρεσία και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ως αυτές καθορίζονται στον περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργαζομένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμο, Ν. 168(Ι)/2012  παραβιάζουν τις πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος.

Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του πιο πάνω Νόμου:

«Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή Κανονισμών ή διοικητικών ρυθμίσεων ή πρακτικών που ρυθμίζουν θέματα καταβολής απολαβών και σύνταξης, οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές αξιωματούχων και εργοδοτουμένων και οι συντάξεις των συνταξιούχων, μειώνονται, ως ακολούθως ..:».

Το Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 

«1. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ’ άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. 

Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.

2. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.

3. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων.

Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου».

Στο σημείο αυτό είναι κρίσιμο να αναφερθεί ότι το άρθρο 23 του Συντάγματος έτυχε ερμηνείας στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε πλήρη σύνθεση στην υπόθεση  Γεώργιος Χαραλάμπους κ.ά v. Δημοκρατίας, υποθέσεις αρ. 1480/2011 κ.ά., ημερομηνίας 11/6/2014, στην οποία επίδικο ζήτημα ήταν η συνταγματικότητα των προνοιών του περί Έκτακτης Εισφοράς Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου του 2011, Ν.112(Ι)/2011. Σύμφωνα με το Νόμο αυτό θα αποκόπτετο κάθε μήνα από τις συντάξεις και ακαθάριστες απολαβές αξιωματούχων και εργοδοτουμένων στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα και από τις συντάξεις των συνταξιούχων, ως έκτακτη εισφορά, ποσό το οποίο προσδιοριζόταν στο Νόμο. Στην περίπτωση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, η αποκοπή από τους μισθούς εμπίπτει στο Άρθρο 23.1 του Συντάγματος, αφού το ίδιο το Άρθρο ρητά αναφέρεται, πέραν της ακίνητης και σε κινητή ιδιοκτησία.

Κρίθηκε επίσης ότι, η περικοπή μισθών δεν μπορεί να συνδεθεί με τη δημόσια ωφέλεια, εφόσον το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος συνδέει την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας με την επιβολή όρων, δεσμεύσεων ή περιορισμών στην ιδιοκτησία, για σκοπούς πολεοδομίας ή αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως της ιδιοκτησίας.  Σε ό,τι αφορά ειδικά το δικαίωμα σε μισθό, η Ολομέλεια κατέληξε ότι, εκείνο που το Άρθρο 23 του Συντάγματος πρωτίστως στοχεύει να προστατεύσει, είναι την αυθαίρετη και χωρίς οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση επέμβαση στον πυρήνα του δικαιώματος σε μισθό ή την αυθαίρετη ουσιώδη μείωση του.

Στην ίδια απόφαση μνημονεύθηκε ότι, ο μισθός συνιστά ιδιοκτησιακό δικαίωμα και, επομένως, οποιαδήποτε παρέμβαση δεν μπορεί παρά να ενταχθεί στο Άρθρο 23 του Συντάγματος.  Ταυτόχρονα όμως λέχθηκε, με παραπομπή σε σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ και του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος, ότι, το ιδιοκτησιακό αυτό δικαίωμα δεν εκτείνεται και σε δικαίωμα σε μισθό συγκεκριμένου ύψους.  Έτσι κρίθηκε ότι, η σχετική μικρή μείωση του μισθού, δεν επηρέαζε τον πυρήνα του δικαιώματος σε μισθό και δεν συνιστούσε στέρηση, αλλά κινείτο εντός των επιτρεπτών πλαισίων του Άρθρου 23 του Συντάγματος, αφού, όπως προνοείται στην επιφύλαξη του Άρθρου 23.3 του Συντάγματος, οποιοσδήποτε περιορισμός για να είναι αποζημιωτέος θα πρέπει να μειώνει “ουσιωδώς” την οικονομική αξία της ιδιοκτησίας.

Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, ακολούθησε η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και πάλι σε πλήρη σύνθεση στην Μαρία Κουτσελίνη – Ιωαννίδου κ.ά., υπόθεση αρ. 740/2011 κ.ά., ημερομηνίας 7/10/2014, στην οποία εξετάστηκε η συνταγματικότητα των προνοιών του άρθρου 3 (β) του περί Συντάξεων Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) Νόμου του 2011 (Ν.88(Ι)/2011), το οποίο προνοούσε αναστολή της καταβολής της σύνταξης προσώπων δικαιουμένων σε σύνταξη, λόγω συμπλήρωσης συντάξιμης υπηρεσίας στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, για τη χρονική περίοδο που διαρκεί η θητεία ή η υπηρεσία τους στο λειτούργημα, αξίωμα ή θέση που ανέλαβαν.

Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε, ότι το Άρθρο 23 του Συντάγματος παρέχει ευρύτερη προστασία από το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ότι ενώ το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημόσιας ωφέλειας, το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος δεν περιλαμβάνει το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια στους επιτρεπτούς λόγους περιορισμού του δικαιώματος της ιδιοκτησίας.

Σημειώθηκε επίσης ότι, το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος προνοεί ρητά ότι, τέτοιοι περιορισμοί μπορούν να τεθούν μόνο για σκοπούς της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας υγείας, των δημοσίων ηθών, της πολεοδομίας, της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων.  Η πρόνοια δε, στο Άρθρο 23.3 του Συντάγματος ότι, περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί δια νόμου για σκοπούς ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας δεν ταυτίζεται με τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Περαιτέρω αναφέρθηκε ότι, το Άρθρο 23 του Συντάγματος δεν περιλαμβάνει το γενικό συμφέρον της κοινωνίας ή το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια γενικά, ως λόγους για τους οποίους ο νομοθέτης μπορεί να στερήσει ή να περιορίσει δικαίωμα ιδιοκτησίας. Μέσα στα πλαίσια αυτά η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέληξε  ότι,  το επίδικο σε εκείνη την περίπτωση άρθρο του νόμου καταστρατηγούσε το Άρθρο 23 του Συντάγματος, επειδή με αυτό τίθετο δια νόμου ανεπίτρεπτος, ως μη συνταγματικά προβλεπόμενος, περιορισμός στο περιουσιακό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα των αιτητών, και συγκεκριμένα, το συμβατικό, κεκτημένο και αποκρυσταλλωμένο δικαίωμα τους στη σύνταξη.

Το Διοικητικό Δικαστήριο με αναφορά στις πιο πάνω υπόθεσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εξέτασε την συνταγματικότητα του Νόμου για τις αποκοπές κρίνοντας ότι, το Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού ή ιδιοκτησιακού δικαιώματος για λόγους δημόσιας ωφέλειας ή δημοσίου συμφέροντος και παρέχει, έτσι, μεγαλύτερη προστασία από το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο, αντίθετα, επιτρέπει ένα τέτοιο περιορισμό. Κατά το Δικαστήριο οι περιορισμοί στη μισθοδοσία των αιτητών, στη βάση των προνοιών του επίδικου Νόμου, δεν εμπίπτουν στους ρητά προβλεπόμενους ως επιτρεπόμενους στο Άρθρο 23.3 του Συντάγματος, και ακριβώς λόγω αυτού ο επίδικος Νόμος με το επίμαχο άρθρο κρίθηκε ότι αντίκειται προς το άρθρο 23 του Συντάγματος.

Με βάση λοιπόν την πιο πάνω απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου, ήτοι του Νόμου 168(Ι)/2012 και του Τροποποιητικού Νόμου 31(Ι)/2013, άρθρο 3 αυτού, ακυρώθηκαν.

Η έκδοση της πιο πάνω απόφασης δημιουργεί αρκετά ερωτήματα τα οποία μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:

  • ποια είναι η επίδραση της απόφασης σε τρίτους, αποδέκτες πράξεων που πάσχουν από την ίδια πλημμέλεια με την ακυρωθείσα;
  • επεκτείνεται το ακυρωτικό αποτέλεσμα στις λοιπές από την ακυρωθείσα πράξεις, όταν οι αποδέκτες τους δεν έχουν ασκήσει προσφυγή;
  • μπορούν να αξιώσουν οι τρίτοι που έχουν έννομο συμφέρον ανάκληση και έχει υποχρέωση η διοίκηση να ενεργήσει με αποκαταστατικές πράξεις ανάκλησης σε όσους δεν έχουν προσφύγει;
  • Η άρνηση τέλος της διοίκησης να ακυρώσει τις πράξεις που έχουν την ίδια παρανομία με την ακυρωθείσα μπορεί να προσβληθεί δικαστικά ως παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας;

Αν και οι αρχές της νομιμότητας και της ίσης μεταχείρισης των διοικουμένων θα συνηγορούσαν υπερ της επέκτασης του ακυρωτικού αποτελέσματος σε πράξεις που πάσχουν από την παρανομία με την ακυρωθείσα ή που στηρίζονται σε αυτή, και παρόλη την διαπλαστική ενέργεια που αναπτύσσει έναντι όλων, το απόλυτο ακυρωτικό αποτέλεσμα καταλαμβάνει μόνο την προσβληθείσα πράξη[2].

Σύμφωνα με την Ε. Κουτούπα-Ρεγκάτου οι κανόνες που ρυθμίζουν τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου δεν επιτρέπουν την επέκταση του ακυρωτικού αποτελέσματος σε πράξεις που έχουν μεν την ίδια παρανομία, αλλά δεν έχουν προσβληθεί αυτοτελώς. Η δέσμευση από το ακυρωτικό δεδικασμένο αφορά τα κριθέντα από τον δικαστή και δεν επεκτείνεται σε πράξεις που τυχόν έχουν την ίδια νομική πλημμέλεια, αλλά αφορούν σε άλλα πρόσωπα.[3]

Όπως εύστοχα παρατηρεί η Ε. Κουτούπα-Ρεγκάτου σε περίπτωση που επεκτείνονταν τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου, η ισχύς των διοικητικών πράξεων θα μπορούσε να τίθεται συνεχώς εν αμφιβόλω, κατά παράβαση των διατάξεων περί προθεσμίας και σε βάρος της ασφάλειας δικαίου ενώ ο δικαστής θα δίκαζε ultra petita και η ακυρωτική απόφαση θα είχε κανονιστική δύναμη, δηλαδή ισχύ πολύ μεγαλύτερη της δικαιοπλαστικής εξουσίας που αναγνωρίζεται στις δικαστικές αποφάσεις. Περαιτέρω η επέκταση του ακυρωτικού δεδικασμένου σε ανάλογες περιπτώσεις θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση δεδικασμένου επί νομικών ζητημάτων, ενώ σύμφωνα με τις περί δεδικασμένου αρχές το δεδικασμένο απορρέει από το σύνολο του δικανικού συλλογισμού.

Στο σημείο αυτό φαίνεται καθαρά ότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της έναντι πάντων (erga omnes) ισχύος της ακυρωτικής απόφασης και της σχετικότητας του δεδικασμένου. Η μη επέκταση του ακυρωτικού αποτελέσματος σε παρόμοιες περιπτώσεις δεν αποτελεί περιορισμό της έναντι πάντων ισχύος της απόφασης, διότι η συγκεκριμένη πράξη που ακυρώθηκε εξακολουθεί να θεωρείται άκυρη έναντι πάντων.[4]

Με την θέση αυτή εντοπίζεται να είναι σύμφωνη και η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε περίπτωση ακυρωτικής απόφασης η νομολογία προδιαγράφει ότι άλλες προσφυγές κατά όμοιας ήδη ακυρωθείσας πράξεως καθίστανται άνευ αντικειμένου.[5]  Όπως περαιτέρω εξηγήθηκε στηναπόφαση της Ολομέλειας στις Γεωργίου ν. Δημοκρατίας[6], η αρχή του erga omnes αφορά τη διαδικασία παραγωγής μιας διοικητικής πράξεως, έτσι ώστε όταν μια διοικητική πράξη προσβάλλεται με δύο ή περισσότερες προσφυγές, η ακύρωση στην πρώτη καθιστά τις υπόλοιπες που ακολουθούν άνευ αντικειμένου.

Περαιτέρω στην απόφαση Αρχή Λιμένων Κύπρου v Παπαδάκη αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: 

«.Η ακυρωτική απόφαση παράγει απόλυτο erga omnes ουσιαστικό δεδικασμένο ως προς το αποτέλεσμά της. Εξ ου και οι αποφάσεις Μιλτιάδους και Χαραλάμπους (ανωτέρω), σύμφωνα με τις οποίες, ενόψει τούτου, άλλες προσφυγές κατά όμοιας ήδη ακυρωθείσας πράξης καθίστανται άνευ αντικειμένου. Ως προς τα κριθέντα ζητήματα, εκείνα δηλαδή που οδήγησαν ως διαπιστώσεις στο αποτέλεσμα, το δεδικασμένο είναι σχετικό, ανεξάρτητα από το αν η διοικητική απόφαση επικυρώθηκε ή ακυρώθηκε. Ουσιώδης δε προϋπόθεσή του είναι η ταυτότητα των διαδίκων. Ισχύει inter partes.[7]»

Σύμφωνα περαιτέρω με την Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας η διοίκηση δεν οφείλει να εφαρμόσει τη λύση που δόθηκε από τον διοικητικό δικαστή σε περίπτωση που η ίδια από άποψη ουσιαστικού δικαίου έννομη σχέση αφορά άλλο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό.[8]

Συμπερασματικά, θα μπορούσε να λεχθεί ότι ότι η ακύρωση έχει μεν απόλυτη ισχύ, αλλά μόνον ως προς την ακυρωθείσα πράξη, η οποία προσβλήθηκε διά προσφυγής. Οι όμοιες σε ελάττωμα πράξεις, οι οποίες αφορούν σε άλλα πρόσωπα και οι οποίες δεν προσεβλήθησαν εγκαίρως δεν καταλαμβάνονται από την απόλυτη ισχύ του δεδικασμένου.

Η κήρυξη νόμου ως αντισυνταγματικού δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, επάγεται τη μη εφαρμογή του στην περίπτωση και, συνακολούθως, την ακύρωση της πράξης που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεών του.  Κατά τον Δαγτόγλου «Ένατη θεμελιώδης πρόταση είναι ότι ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων γίνεται μόνο, αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου βοηθήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές.  Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς.  Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δε θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου βοηθήματος, το δικαστήριο δε χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως.»[9]

Σύμφωνα με το Νόμο περί των Γενικών Αρχών τοου Διοικητικού Δικαίου Νόμο του 1999 (158(Ι)/1999) η διοίκηση δεσμεύεται από το διατακτικό της δικαστικής απόφασης και από τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου για την ύπαρξη ορισμένων νομικών και πραγματικών καταστάσεων που υφίσταντο κατά το χρόνο της έκδοσης της πράξης στις οποίες στηρίχθηκε το διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση η διοίηση δεσμεύεται από την διαπίστωση και/ή την κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα του επίδικου άρθρου της σχετικής νομοθεσίας και η υποχρέωση της διοίκησης σε αυτή την περίπτωση δηλαδή να συμμορφωθεί με το δεδικασμένο της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς που προσέφυγαν αλλά σε όσα πρόσωπα πρόκειται στο μέλλον να εκδοθούν διοικητικές πράξεις κατ’ εφαρμογή του νόμου που κρίθηκε ως αντισυνταγματικός. Με πιο απλά λόγια η διοίκηση οφείλει να απέχει από του να εκδόσει στον μέλλον διοικητικές πράξεις που βασίζονται στο άρθρο του νόμου που κρίθηκε ως αντισυνταγματικό  εφόσον ο  νόμος παύει να ισχύει ex nunc δηλαδή από τώρα και στο εξής για όλους. Τούτο εξυπακούει ότι η διοίκηση δεν θα πρέπει κατά την μισθοδοσία του Απριλίου να εφαρμόσει διάταξει νόμου ποπυ κρίθηκε ως αντισυνταγματική και να αποκόψει ποσά από τον μισθό των δημοσίων υπαλλήλων. Δηλαδή η διοίκηση πρέπει να ενεργήσει ωσάν οι επίδικοι νόμοι ουδέποτε να είχαν τεθεί σε ισχύ.

Συμπερασματικά λοιπόν όσα πρόσωπα δεν ήταν Αιτητές στις εν λόγω προσφυγές, επηρεάζονται θετικά από το δεδικασμένο της πιο πάνω απόφασης αλλά μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και μετά. Έχουν δηλαδή νόμιμο δικαίωμα να απαιτήσουν την άμεση άρση των αποκοπών στο μισθό τους και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της διοίκησης ή άρνησης της διοίκησης να ικανοποιήσει το αίτημά τους να προσφύγουν δικαστικώς. Τούτο βέβαια υπό την προϋπόθεση μη αναστολής της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου. Σε περίπτωση αναστολής της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου, οι ενδιαφερόμενοι, θα πρέπει να αναμένουν την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η διασφάλιση της λειτουργίας της πολιτείας μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας καθιστά την αναστολή ακυρωτικής πρωτόδικης απόφασης πραγματικά εξαιρετικό μέτρο. Μετά την ακύρωση ο παραμερισμός της ακυρωθείσας απόφασης έστω και δια προσωρινής αναστολής της, συνιστά μορφή εκτροπής από τη νομιμότητα, που αποδυναμώνει την αρχή του κράτους δικαίου, στην οποία θεμελιώνεται η κυπριακή πολιτεία.[10] Γι’ αυτό και το δικαστήριο είναι φειδωλό στην παροχή αναστολής εκτέλεσης εκτός και αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις[11].

Είναι δύσκολο να προκαθοριστεί και να προσδιοριστεί εξαντλητικά το τι συνιστά κατά τη Νομολογία «εξαιρετικές περιστάσεις». Μπορεί να αναδύονται από το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, ενώ αναμφίβολα πρέπει να συσχετίζονται με τις συνέπειες εφαρμογής της πρωτόδικης απόφασης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Πρέπει σαφώς να είναι προφανείς οι ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες που θα είναι μη αναστρέψιμες, σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης. Με άλλα λόγια, το εξαιρετικό των περιστάσεων πρέπει να προκύπτει από το συσχετισμό αφ’ ενός, των συνεπειών της άμεσης εφαρμογής της ακυρωτικής απόφασης, και των δυσχερειών αφ’ ετέρου, στην αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης.[12]

Αν η ακύρωση λοιπόν της πράξης ανασταλεί, κάποιος μπορεί να προβάλει το επιχείρημα ότι η κηρυχθείσα ως παράνομη διοικητική πράξη θεωρείται ότι συνεχίζει να ισχύει και κατ’ επέκταση ότι παράγει έννομα αποτελέσματα.

 

Χριστίνα Σ. Σιακαλλή[13]
Δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος

 

[1] Π.Δ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, Τόμος Β. Αθηνα-Κομοτηνή 1991 1230
[2] Ευαγγελία Κουτούπα-Ρεγκάτου, Το δεδικασμένο των αποφάσεων των Διοικητικών Δικαστηρίων (Εκδόσεις Σάκκουλα , Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2002) 262
[3] Idid
[4] Ibid 263
[5] Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Ρεβέκκας Παπαδάκη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 140, Μιλτιάδους ν. Ε.Δ.Υ. (1989) 3 Α.Α.Δ. 1318, Δημοκρατία ν. Χαραλάμπους (1992) 3 Α.Α.Δ. 251
[6] Παναγιώτης Γεωργίου ν. Δημοκρατίας κ.ά., Α.Ε. αρ. 65/2011 και 69/2011, ημερ. 22.12.2016
[7] Αρχή Λιμένων Κύπρου v Παπαδάκη κ.α (2002) 3 Α.Α.Δ. 140
[8] ΣΕ 5299/95
[9] Κωνσταντίνος Βιολάρης v Δημοκρατίας (2004) 4 Α.Α.Δ. 980
[10] Μαυρομμάτη κ.ά. v Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Δ.Δ. 1479
[11] Δήμος Έγκωμης ν. Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Δ.Δ. 593
[12] Ιερωνυμίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 2321
[13] Η Χριστίνα Σ. Σιακαλλή είναι Δικηγόρος στην Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και είναι υπεύθυνη του τομέα Δημοσίου Δικαίου.