Νέα

Νόμος για τις Υπηρεσίες Ορκωτού Μεταφραστή: Νέα εποχή για τις πιστοποιημένες μεταφράσεις

Οι μεταφράσεις εγγράφων για σκοπούς επίσημης χρήσης από οργανισμούς, δημόσιες αρχές αλλά και από τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν πλέον καταστεί αναγκαίες και πολύ συχνά απαιτητές. Το Υπουργικό Συμβούλιο στην απόφαση του ημερομηνίας 24.05.1990 με αριθμό 33.581, όρισε το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών ως την αρμόδια αρχή στην  Κύπρο για τη διεξαγωγή πιστοποιημένων μεταφράσεων. Οι μεταφράσεις του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών γίνονται αποδεκτές ως πιστοποιημένες από τα κυπριακά Δικαστήρια.  

Ωστόσο, η όλη κατάσταση σε σχέση με τις πιστοποιημένες μεταφράσεις πρόκειται να διαφοροποιηθεί άμεσα, αφού στις 27/03/2019 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ο περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμος 45(I)/2019 («ο Νόμος»), με τον οποίο εισάγεται στην Κύπρο ο θεσμός του ορκωτού μεταφραστή. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου, ως ορκωτός μεταφραστής νοείται ο μεταφραστής που είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο που τηρείται βάσει του άρθρου 5 του Νόμου και δύναται να διενεργεί πιστοποιημένες μεταφράσεις, δηλαδή ακριβείς και έγκυρες μεταφράσεις γραπτών κειμένων ή εγγράφων από ξένη γλώσσα σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας και αντίστροφα, οι οποίες φέρουν την επίσημη σφραγίδα της Δημοκρατίας και είναι δεόντως χαρτοσημασμένες. Οι πιστοποιημένες μεταφράσεις θα γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια και τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στο Νόμο περιλαμβάνονται διατάξεις αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών ορκωτού μεταφραστή. Σύμφωνα με το εδάφιο 4 του άρθρου 12 του Νόμου, κάθε ορκωτός μεταφραστής έχει την αποκλειστική ευθύνη για την ασφαλή φύλαξη της επίσημης σφραγίδας πιστοποιημένης μετάφρασης που του χορηγείται και θέτει αυτήν σε κάθε πιστοποιημένη μετάφραση που διενεργεί. Επίσης, διατηρεί αρχείο με τις διενεργηθείσες μεταφράσεις, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές για οποιαδήποτε παραποίηση ή πλαστογράφηση γραπτού κειμένου ή εγγράφου ή οποιαδήποτε τέλεση παράνομης πράξης υποπέσει στην αντίληψή του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και τέλος, τηρεί τις τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν οι μεταφράσεις και τα συνοδευόμενα παραστατικά, όπως καθορίζεται από το Συμβούλιο το οποίο ιδρύεται με βάση του άρθρο 3 του Νόμου.

Σε ό,τι αφορά στην εχεμύθεια, σχετικό είναι το άρθρο 13 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο κάθε ορκωτός μεταφραστής τηρεί απόλυτη εχεμύθεια σε σχέση με τις πληροφορίες που λαμβάνει κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εκτός κι αν πρόκειται για πληροφορίες τις οποίες υποχρεούται από τον νόμο να γνωστοποιήσει στις αρμόδιες αρχές.

Όπως προβλέπεται στο άρθρο 16 του Νόμου, η ποιότητα των μεταφράσεων των ορκωτών μεταφραστών ελέγχεται από το Συμβούλιο που ιδρύεται με βάση το άρθρο 3 του Νόμου. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω έλεγχος  θα διεξάγεται είτε δειγματοληπτικά είτε μετά την υποβολή καταγγελιών στο Συμβούλιο και συμφώνως με το διεθνές πρότυπο ISO 17100 (Requirements for translation services).

Δεδομένης της σοβαρότητας του έργου που καλείται να  τελέσει ο ορκωτός μεταφραστής, δε θα μπορούσαν να απουσιάζουν από το Νόμο πειθαρχικές διατάξεις. Με το άρθρο 20 του Νόμου ιδρύεται πειθαρχική επιτροπή, αρμόδια για την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας στους ορκωτούς μεταφραστές. Διευκρινίζεται ότι οι εν λόγω διατάξεις αφορούν στους ορκωτούς μεταφραστές και όχι σε άλλα πρόσωπα που διενεργούν μεταφράσεις οι οποίες δεν προορίζονται για επίσημη χρήση.

Αδιαμφισβήτητα, η πιστοποιημένη μετάφραση αποτελεί πλέον σημαντικό εργαλείο σε ποικίλες διαδικασίες. Η ψήφιση της εν λόγω νομοθεσίας και συνακόλουθα η εισαγωγή των ορκωτών μεταφραστών στην κυπριακή πραγματικότητα, διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο στην εγκυρότητα, την ακρίβεια και γενικότερα την ποιότητα της πιστοποιημένης μετάφρασης, επιταχύνει την εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ παράλληλα διευρύνει το πεδίο άσκησης των καθηκόντων του κλάδου των μεταφραστών, επιφορτίζοντας τους τελευταίους με σημαντικές υποχρεώσεις και ευθύνες.

 

Χαρίκλεια Α. Μεττή

Δικηγόρος