COVID 19, Αθλητικό Δίκαιο, Force Majeure ή Ματαίωση

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ-WHO) την 11.3.2020 ανακοινώνοντας την πανδημία δια μέσω του γενικού διευθυντή του Τέντρος Άντανομ Γκεμπρεγέσους, επηρέασε και ανέστειλε το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας αφού ορθά κρίθηκε ότι προέχει η προστασία της ανθρώπινης υγείας και ζωής.

H ΚΟΠ την 13.3.2020 αξιολογώντας τα δεδομένα και καθορίζοντας ως βασική προτεραιότητα «την υγεία των ποδοσφαιριστών και των ποδοσφαιριστριών ως επίσης και όλων που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο» αποφάσισε την αναστολή όλων των ποδοσφαιρικών της διοργανώσεων μέχρι το τέλος Μαρτίου ενώ με νέα της απόφαση την 30.3.2020 παράτεινε την αναστολή των μέτρών μέχρι την 13.4.2020 ημερομηνία κατά την οποία λήγουν τα απαγορευτικά μέτρα τα οποία έλαβε και η Κυπριακή Δημοκρατία.

Η πανδημία του κορωνοϊού, που ενέσκηψε παγκοσμίως, προφανώς δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστο ούτε τον χώρο των εννόμων σχέσεων ιδιωτικού δικαίου και κατ’ επέκταση των έννομων σχέσεων του αθλητικού δικαίου. Η προσωρινή αναστολή των αθλητικών γεγονότων και διοργανώσεων και η ενδεχόμενη μελλοντική οριστική διακοπή τους επηρεάζουν και θα επηρεάσουν με σοβαρό οικονομικό και άλλο αντίκτυπο όλους τους φορείς αθλητικών δραστηριότητων.

Τι συμβαίνει όμως σε περίπτωση που τα αθλητικά γεγονότα και/ή δραστηριότητες οριστικά ανασταλούν και ακυρωθούν;
Στο Ηπειρωτικό Δικαικό σύστημα αναγνωρίζεται γενικότερα ότι τα συμβαλλόμενα μέρη απαλλάσονται από την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων ή περιστάσεων «ανωτέρας βίας», force majeure, καθίσταται η εκπλήρωση τους αδύνατη. Παραδειγματικά και σχηματικά παραπέμπουμε στο Άρθρο 199(1) του Ελβετικού Κώδικα, για τον λόγο ότι οι πλείστες Διεθνείς Ομοσπονδίες αλλά και το Διαιτητικό Αθλητικό Δικαστήριο το υιοθετούν, που διαλαμβάνει πως «η υποχρέωση εξαφανίζεται όπου η εκπλήρωση της καθίσταται αδύνατη από περιστάσεις απρόβλεπτες και που δεν συνδέονται με τον υπόχρεο».

To Κοινοδίκαιο ανέπτυξε τις δικές του αρχές και πρόνοιες για ανάλογες και αντίστοιχες περιστάσεις ματαίωσης ή ακύρωσης υποχρεώσεων. Συγκεκριμένα, το Δίκαιο των Συμβάσεων υιοθετεί την «αρχή της ματαίωσης- doctrine of frustration» αρχή που η νομολογία καθορίζει ότι ενεργοποιείται σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στους όρους της σύμβασης και βασίζεται μάλλον σε εξυπακουόμενη πρόνοια ή σιωπηρό όρο που ουσιαστικά εξαφανίζει τα θεμέλια της σύμβασης και τον χαρακτήρα της υποχρέωσης και καθιστά τη σύμβαση αδύνατη προς εκπλήρωση.

Το κοινοδίκαιο δεν αναγνωρίζει τις εξαιρετικές περιστάσεις ή τα γεγονότα ανωτέρας βίας (force majeure) ως μια καθιερωμένη αρχή. Από την άλλη συμβαλλόμενα μέρη σε πολλές συμβάσεις τους, που διέπονται από τις αρχές του κοινοδικαίου, περιλαμβάνουν ρήτρες ή παραγράφους με αναφορά σε εξαιρετικές περιστάσεις ή σε περιστάσεις ανωτέρας βίας η ενεργοποίηση των οποίων απαλλάσει τα μέρη από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους στη σύμβαση. Εκεί όπου το περιεχόμενο των συμβάσεων καθορίζει αυτές τις εξαιρετικές περιστάσεις περιορίζει τους σκοπούς και την εφαρμογή της αρχής της ματαίωσης.

Στην Κύπρο, το Δίκαιο των Συμβάσεων και συγκεκριμένα το άρθρο 56(2) προβλέπει πως επιγενόμενη αδυναμία εκπληρώσεως, ως αποτέλεσμα συνθηκών εκτός του ελέγχου των μερών, καθιστά τη σύμβαση άκυρη ως αδύνατη. Πηγή προέλευσης του Αρθρου 56(2) του Νόμου είναι το αντίστοιχο άρθρο του Ινδικού Νόμου υπό το οποίο η έννοια της «ματαίωσης» (frustration) διαφέρει από την αντίστοιχη έννοια όπως διαμορφώθηκε στο Αγγλικό δίκαιο. Σχετικό είναι το παρακάτω απόσπασμα: «The doctrine of frustration comes into play when a contract becomes impossible of performance, after it is made, on account of circumstances beyond the control of parties or the change in circumstances makes the performance of the contract impossible.»

Το Διαιτητικό Αθλητικό Δικαστήριο(CAS) στην υπόθεση FRMF V CAF, αποφάσισε να απορρίψει έφεση της Μαροκινής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (FRMF) που ζήτησε την ματαίωση του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής εξαιτίας της ανησυχίας που υπήρχε για τον ιό Έμπολα. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο ιός Έμπολα δεν ήταν γεγονός ανωτέρας βίας ή εξαιρετικής περίστασης (force majeure) επειδή δεν καθιστούσε τη διοργάνωση του αθλητικού γεγονότος αδύνατη αλλά δύσκολη.

Όλοι οι αθλητικοί φορείς στην Κύπρο διατηρούν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές δυνάμει του ενιαίου συμβολαίου που εφαρμόζεται και υπογράφεται υποχρεωτικά μετά την συμφωνία της ΚΟΠ και του Παγκύπριου Συνδέσμου Αμοιβομένων Ποδοσφαιριστών (ΠΑΣΠ). Τα εν λόγω συμβόλαια δεν περιλαμβάνουν ρήτρες ανωτέρας βίας (force majeure) ούτε περιλαμβάνουν πρόνοιες που να καλύπτουν την αναστολή γεγονότων και κατά συνέπεια να απαλλάσουν εξαιτίας της ενεργοποίησης τους την υποχρέωση των αθλητικών φορέων να καταβάλουν αντιμισθία στους εργοδοτούμενους τους. Είναι επίσης σημαντικό να αναφέρουμε ότι η αναστολή γεγονότων αθλητικών και η μετάθεση τους σε μελλοντική ημερομηνία δεν απαλλάσει τους αθλητικούς φορείς από οποιεσδήποτε υποχρεώσεις διατηρούν έναντι των εργοδοτουμένων τους γεγονός που τους επιβάλλει έστω και ετεροχρονισμένα την εκπλήρωση τους.

Εκείνο που θα δημιουργήσει σοβαρά ζητήματα και διαφορές είναι στην περίπτωση που οι διοργανώσεις δεν θα μπορούν να επαναρχίσουν και θα αναβληθούν οριστικά ή θα ακυρωθούν. Στην πιθανή αυτή εξέλιξη οι μεν ποδοσφαιριστές ιδιωτικά ή δια μέσω του Συνδέσμου τους θα αξιώνουν την καταβολή των μισθών τους και τα Σωματεία ή οι αθλητικοί φορείς θα πρέπει να αντιμετωπίσουν το θέμα είτε καταβάλλοντας στη ζημία τους τα συμβόλαια, είτε διαπραγματευόμενοι νέους όρους ως προς το ποσό της αποπληρωμής και τον χρόνο είτε μη καταβάλλοντας κανένα ποσό για όση περιόδο οι ποδοσφαιριστές δεν προσέφεραν καμία υπηρεσία εξαιτίας ασφαλώς της πανδημίας και των γενικότερων απαγορεύσεων και περιορισμών που έχουν επιβληθεί.

Είμαι της γνώμης ότι τα Σωματεία ή οι αθλητικοί φορείς μπορούν να επικαλεστούν και να βασιστούν στο άρθρο 56(2) του Περί Συμβάσεων Νόμου που καθιστά την συμφωνία άκυρη εξαιτίας συνθηκών που την καθιστούν αδύνατη. Στην απόφαση Fadil Izzet του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία πραγματεύτηκε με την έφεση Εργοδοτούμενου που εξαιτίας της εκρυθμης κατάστασης δεν ήταν σε θέση να προσφέρει υπηρεσία στον εργοδότη του παρά την εκπεφρασμένη επιθυμία του, αποφασίστηκε ότι «ο ενάγοντας-εργοδοτούμενος ως εκ των γεγονότων που επήλθαν, ανεξάρτητα από ευθύνη των μερών, έξω από ό,τι θα μπορούσαν να έχουν προβλέψει και πέρα από τον έλεγχο τους, βρέθηκε σε αντικειμενική αδυναμία να εκπληρώσει τη θεμελιακή του συμβατική υποχρέωση». Με τον ίδιο λοιπόν τρόπο θεωρείται ότι τα Σωματεία ή οι Αθλητικοί φορείς δυνατό να απαλλαγούν από την υποχρέωση εκπλήρωσης των συμβατικών τους όρων εξαιτίας της ματαίωσης της σύμβασης από γεγονότα που δεν οφείλονται στους ίδιους γεγονός που θα απαλλάσει τα Σωματεία και από τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους για σκοπούς των Οικονομικών Κριτηρίων της ΟΥΕΦΑ.

Το μόνο βέβαιο σ’αυτές τις ρευστές συνθήκες είναι πως η πανδημία Covid 19 θα ενεργοποιήσει πληθώρα μελλοντικών νομικών ζητημάτων και διαφορών που θα διαμορφώσουν και επηρεάσουν το Αθλητικό Δίκαιο αλλά και τον κόσμο του Αθλητισμού.

 

Γιώργος Τ. Χριστοφίδης
Δικηγόρος-Ειδικό Διδακτικό Προσωπικό Πανεπιστημίου Frederick

Share this post