News and Publications

Διαμεσολάβηση ex lege: Πρόκληση για το Κράτος Δικαίου

Fiduciary

Διαμεσολάβηση είναι η «διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη μιας διαφοράς επιχειρούν εκουσίως να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την επίλυση της διαφοράς τους με τη βοήθεια διαμεσολαβητή»[1].

Η Κυπριακή Δημοκρατία στο πλαίσιο εναρμόνισης της με το Ενωσιακό δίκαιο αλλά και για σκοπούς θεσμοθέτησης εθνικών διαδικασιών διαμεσολάβησης σε αστικές διαφορές προχώρησε στη ψήφιση ειδικής νομοθεσίας που εισήγαγε  την διαμεσολάβηση ως μέσο εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Στα μέσα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών ανήκει και η Διαιτησία  της οποίας η νομοθεσία προϋπήρχε[2] του κράτους. Η διαμεσολάβηση όμως είναι νέα και σύγχρονη διαδικασία επίλυσης διαφορών η οποία διευρύνεται και χρησιμοποιείται ολοένα και σε περισσότερες νομοθεσίες ως μορφή εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Η πιο σύγχρονή νομοθεσία είναι η Περί Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών του 2017[3] που εφαρμόζεται σε συμβατικές υποχρεώσεις που ανακύπτουν από συμβάσεις πώλησης ή συμβάσεις παροχής υπηρεσιών.

Ο θεσμός της Διαμεσολάβησης στην Κύπρο αν και νομοθετημένος από το 2012 εντούτοις δεν έχει αποδειχθεί καθόλου χρήσιμος και εφαρμόσιμος παρά το γεγονός ότι τα οφέλη των πολιτών, των Δικαστηρίων, του Δικαικού Συστήματος αλλά και των δαπανών μιας χώρας από τη συστηματική αξιοποίηση της διαμεσολάβησης είναι σημαντικά[4]. Οι βασικότεροι λόγοι είναι ότι η διαμεσολάβηση, όχι τόσο συνολικά οι θεσμοί εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, είναι περισσότερο γνωστοί στο συλλογικό εργατικό δίκαιο και όχι σε άλλους τομείς δικαίου όπως αναπτύσσονται στην Κυπριακή έννομη τάξη. Επιπρόσθετα, η περίοδος από το 2013 μέχρι και σήμερα ήταν γενικότερα μια πολύ δύσκολη περίοδος  για την Κύπρο αλλά και για τον τομέα της δικαιοσύνης στην χώρα εξαιτίας μεταξύ άλλων των υποθέσεων απομείωσης που κλόνισαν γενικότερα το σύστημα χωρίς να αφήσουν περιθώρια προώθησης της διαμεσολάβησης.

Το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο της Έκθεσης του[5] 2016 επισημαίνει ότι το δικαστικό σύστημα της Κύπρου κατέχει την τελευταία θέση στο χρόνο διεκπεραίωσης υποθέσεων[6]. Συμπληρωματικά, το  Δικαστήριο μέσα από τη  νομολογία του  ενθαρρύνει και  εισηγείται και τρόπους επίλυσης των προβλημάτων που διαπιστώνει. Συγκεκριμένα σε πρόσφατη του απόφαση το Δικαστήριο ανέφερε ότι «Θα προτρέπαμε όμως τους διαδίκους και τους δικηγόρους, πριν οι εντολείς τους καταφύγουν εκ νέου στο Δικαστήριο, να συζητήσουν άλλες, εναλλακτικές, μεθόδους επίλυσης, π.χ. με διαμεσολάβηση, ώστε να δοθεί ένα τέλος στη μακρόχρονη εκκρεμότητα που τους ταλαιπωρεί.»[7]

Ένα σύγχρονο δικαιικό σύστημα, δηλαδή ένα σύστημα που καλύπτει αποτελεσματικά την ανάγκη των πολιτών μιας χώρας για ταχεία και προσαρμοσμένη στις ανάγκες τους επίλυση των διαφορών τους και εμπέδωση συναισθήματος ασφάλειας Δικαίου προϋποθέτει τουλάχιστον δύο χαρακτηριστικά στοιχεία:

(α) ταχύτητα στην επίλυση των διαφορών από τα Δικαστήρια και

(β) Ευρεία χρήση των εναλλακτικών εξωδικαστηριακών τρόπων επίλυσης διαφορών κύρια για μια εξωνομική αιτία[8].

Το  γεγονός των καθυστερήσεων  και ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια κατέχουν την τελευταία θέση στην ταχύτητα επίλυσης διαφορών, γεγονός το οποίο επιδεινώνεται χρόνο με τον χρόνο καταμαρτυρείται από τα ίδια τα Κυπριακά Δικαστήρια. Επιπρόσθετα είναι ευρέως γνωστό ότι η χρήση εναλλακτικών τρόπων επίλυσης διαφορών όχι μόνο δεν είναι ευρεία αλλά μάλλον είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

Το πρώτο, οι Δικαστηριακές καθυστερήσεις,  δεν είναι στο επίκεντρο της παρούσας εισήγησης. Αναφορικά με το δεύτερο είναι αληθές ότι το κράτος δικαίου οφείλει να παράσχει στον πολίτη τα απαραίτητα εργαλεία για την εναλλακτική επίλυση των διαφορών του.[9]  Όπως έχει σημειωθεί, η ΚΔ παρέχει τουλάχιστον νομοθετικά στον πολίτη τα κανονιστικά πλαίσια για την αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων επίλυσης διαφορών. Απουσιάζει όμως η σχετική διαπαιδαγώγηση και η προτροπή των Δικηγόρων αλλά και των Δικαστηρίων προς τα μέρη καταφυγής στη Διαμεσολάβηση προς επίλυση διαφορών. Είναι σχεδόν ανύπαρκτες οι υποθέσεις υπαγωγής διαφορών σε διαμεσολάβηση στο πλαίσιο της εθνικής ειδικής νομοθεσίας αλλά και εξίσου ανύπαρκτες οι προτροπές των Δικαστηρίων, παρά το γεγονός ότι αρκετά πρόσφατα παρουσιάστηκε κάποιο δείγμα τέτοιας αναφοράς[10].

Ενισχυτικό παράδειγμα της ανάγκης διαπαιδαγώγησης και εφαρμογής της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης προ της δικαστικής προσφυγής αποτελούν χώρες του Κοινού δικαίου όπως είναι η ΗΠΑ και ο Καναδάς και ασφαλώς οι σημαντικές εξελίξεις στη Μεγάλη Βρετανία αλλά και χώρες του Ηπειρωτικού Δικαίου όπως είναι η Ιταλία και πιο πρόσφατα η Ελλάδα.

Στις ΗΠΑ όπου το μέτρο εφαρμόστηκε για πρώτη φορά, μέσω του συστήματος των πολλαπλών θυρών, παρατηρήθηκαν εξαιρετικά αποτελέσματα ενώ στον Καναδά η χρήση της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης εξαιτίας των σημαντικών αποδόσεων σε χρόνο, χρήμα και ουσία, διευρύνθηκε σ’ όλες τις αστικές υποθέσεις, μεταξύ άλλων. Στη Μεγάλη Βρετανία, κατόπιν του επιτυχημένου παραδείγματος του Καναδά, ξεκίνησε από το 2004 το πρόγραμμα αυτόματης υπαγωγής στη διαμεσολάβηση[11] όπου σχεδόν άμεσα επιτεύχθηκε ο σκοπός της μείωσης των εξόδων αλλά και του χρόνου εκδίκασης των υποθέσεων, ακόμα και σε υποθέσεις που η κατάληξη της διαμεσολάβησης δεν είχε επιτυχημένο αποτέλεσμα[12].

Στην δε Ιταλία, το μέτρο δεν αρκέστηκε να προβλέψει υποχρεωτικό στάδιο διαμεσολάβησης προ της προσφυγής στα δικαστήρια αλλά διαλάμβανε ένα αριθμό κινήτρων όπως για παράδειγμα εξαίρεση φόρων και τελών που μεταξύ άλλων διαμόρφωσαν αξιοσημείωτα αποτελέσματα που όχι μόνο αύξησαν τις επιτυχείς καταλήξεις αλλά επαύξησαν και τον αριθμό των οικειοθελών διαμεσολαβήσεων[13]. Στην Ελλάδα με βάση τον Ν 4512/2018 έχει πλέον θεσμοθετηθεί η υποχρεωτική υπαγωγή ιδιωτικών διαφορών στη διαδικασία διαμεσολάβησης.

Τα παραδείγματα χωρών που το Δίκαιο τους πηγάζει από το Κοινοδίκαιο, είναι ιδιαίτερα σημαντικά και βοηθητικά για το Κυπριακό Δίκαιο αν κάποιος αναλογιστεί την ιστορική και διαχρονική σχέση του Κυπριακού Δικαίου με το Κοινοδίκαιο[14]. Είναι όμως αξιόλογη και ενισχυτική η αναφορά και στα παραδείγματα χωρών που εφαρμόζουν το ηπειρωτικό δίκαιο.

Ο επηρεασμός όμως του Κυπριακού Δικαίου γίνεται μεγαλύτερος από το Ενωσιακό Δίκαιο που σε πρόσφατη απόφαση του στην υπόθεση Menini και Rampanelli[15] το ΔΕΕ έκρινε πως

«ο ορισμός μιας διαδικασίας διαμεσολάβησης ως προϋποθέσεως του παραδεκτού ένδικης προσφυγής δύναται να αποδειχθεί συμβατός προς την αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας αν η διαδικασία αυτή : (α) δεν καταλήγει σε δεσμευτική για τα εμπλεκόμενα μέρη , (β) δεν καθυστερεί ουσιωδώς την άσκηση του ένδικου βοηθήματος, (γ) αναστέλλει την απόσβεση των οικείων δικαιωμάτων και δεν προκαλεί έξοδα ή προκαλεί ελάχιστα έξοδα στα ενδιαφερόμενα μέρη, εφόσον η ηλεκτρονική οδός δεν αποτελεί το μοναδικό μέσο προσβάσεως στην εν λόγω διαδικασία συμβιβασμού και (δ) δεν είναι δυνατή η λήψη προσωρινών μέτρων σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες το επείγον της καταστάσεως το επιβάλλει».[16]

Κατά το Δικαστήριο εκείνο που ουσιαστικά προέχει δεν είναι «ο υποχρεωτικός ή προαιρετικός χαρακτήρας του συστήματος διαμεσολαβήσεως αλλά το να διασφαλίζεται η πρόσβαση των μερών στη Δικαιοσύνη»[17] στοιχείο το οποίο δεν διακυβεύεται εξαιτίας του γεγονότος ότι η διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική προτού επιληφθεί της διαφοράς δικαστικό όργανο. Ως εκ τούτου γίνεται πλέον αποδεκτό ότι ρυθμίσεις υποχρεωτικής διαμεσολάβησης είναι συμβατές με το Ενωσιακό δίκαιο υπό τις προυποθέσεις που έχουν ταχθεί.

Η απόφαση του ΔΕΕ έχει προκαλέσει ιδιαίτερη αντιπαράθεση μεταξύ εκείνων των «φιλοπρόοδων»[18] φωνών που τάσσονται υπέρ μιας πάση θυσία υποχρεωτικής προσφυγής στη διαμεσολάβηση και εκείνων που με αταλάντευτο συντηρητισμό θεωρούν ότι τέτοιο σύστημα θίγει στον πυρήνα το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας όσο και το δικαίωμα στον φυσικό δικαστή.

Το δεδομένο είναι ότι το status quo έχει καταστήσει την Κύπρο ουραγό στον τομέα της Δικαιοσύνης που οδηγείται σε πλήρες αδιέξοδο και κατάρρευση. Επιπλέον οι μνημονιακές θεωρήσεις για επαύξηση των τελών προσφυγής στα Δικαστήρια δεν φαίνεται να προσδίδουν λύσεις ουσίας καθότι εκτός του ότι επαυξάνουν τα έξοδα της δικαστικής εκπροσώπησης δημιουργούν και εμπόδια στην εν γένει πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Είναι πλέον σαφές ότι το σύστημα της Κυπριακής Δικαιοσύνης πάσχει εξαιτίας των χρονοβόρων αλλά και κοστοβόρων διαδικασιών αλλά και εξαιτίας της πραγματικής έλλειψης πρόθεσης των φορέων της Δικαιοσύνης να το μεταρρυθμίσουν πραγματικά. Και τούτο διότι τα αρχικά ΜΕΕΔ[19] αλλά και οι σύγχρονοι θεσμοί της Διαμεσολάβησης έχουν ψηφιστεί, υπάρχουν, αλλά τυγχάνουν μηδαμινής εφαρμογής δημιουργώντας με τον χειρότερο τρόπο την εικόνα ενός αντιμεταρρυθμιστικού κράτους και συντηρητικού Δικαικού συστήματος.

Είναι συνεπώς μονόδρομος η ανάγκη αλλαγής και πραγματικής μεταρρύθμισης. Για να πετύχει τούτο κατά την γνώμη μας θα πρέπει απαραιτήτως, μεταξύ άλλων, να γίνουν τα εξής:

(α) Η εκπαίδευση και εξοικείωση των Δικηγόρων για τον θεσμό της ex lege Διαμεσολάβησης

(β) Η ενημέρωση και η παρότρυνση των εμπλεκομένων μερών σε Διαδικασία Διαμεσολάβησης

(γ)Η εκπαίδευση των Δικαστών και/ή Δικαστικών Λειτουργών για την ανάγκη χρήσης της Διαμεσολάβησης αλλά και των ΜΕΕΔ

(δ) Η παροχή κινήτρων για την χρήση της Διαμεσολάβησης

Ως κατακλείδα θα πρέπει να σημειωθεί ότι αποτελεί σχήμα οξύμωρο να αναλωθεί η όποια συζήτηση στη δήθεν επίκληση του περιορισμού του δικαιώματος πρόσβασης  στη δικαιοσύνη ως επιχείρημα για την αποφυγή της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης την ίδια ώρα που τα τακτικά Δικαστήρια αδυνατούν να λειτουργήσουν εύρυθμα κατακλυσμένα από υποθέσεις σε παράλογα χρονικά πλαίσια και με δαπανηρές διαδικασίες.

Το σύγχρονο κράτος Δικαίου οφείλει έναντι των υποκειμένων του να διασφαλίσει ταχύτητα στην εκδίκαση και επίλυση των διαφορών και υποχρεούται άμεσα να δώσει λύσεις στο καθηλωμένο και στάσιμο σύστημα δικαιοσύνης. Και τούτο γιατί η ενδεχόμενη επαλήθευση της νομικής ρήσης «Justice delayed is justice denied»[20] ή η έτερη «to delay justice is injustice»[21] θα καταστρέψει ολικά την εμπιστοσύνη των πολιτών και θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στη κοινωνία.

Γιώργος Τ. Χριστοφίδης
Δικηγόρος – Εγγεγραμμένος Διαμεσολαβητής[22]

 

[1]Άρθρο 2 Περί Ορισμένων Θεμάτων Διαμεσολάβησης σε Αστικές Διαφορές Νόμος (159(Ι)/2012). Άρθρο 3(α) Οδηγίας 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21.5.2008 για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

[2]Κεφάλαιο 4.

[3]Νόμος 85(Ι).2017.

[4]BeatriceBlohorn-Brenneur «ΗΔιαμεσολάβησηγια όλους» σελ. 165-166.

[5]Έκθεση Ανωτάτου Δικαστηρίου για τις Λειτουργικές Ανάγκες των Δικαστηρίων και για Άλλα Συναφή Θέματα, 2016.

[6]Ibidσελ.11.

[7]ANΑΣΤΑΣΙΟΣ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥΚΑΙ1.    ΑΝΤΩΝΙΑ ΠΑΠΑ ΗΛΙΑ ΗΛΙΑΔΗ κ.α., Π.Ε. 27/2011 ημ.12.12.2016.

[8]BeatriceBlohorn-Brenneur «HΔιαμεσολάβησηγιαόλους» σελ. 162.

[9]Αθ. Καστανίδης «Η διαμεσολάβηση ως υποχρεωτική προδικασία της άσκησης ένδικου βοηθήματος», Επιθεώρηση Πολιτικής Δικονομίας , Σεπτέμβριος-Οκτώβριο 2017, σελ.551, σελ. 562.

[10]ANΑΣΤΑΣΙΟΣ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΚΑΙ 1.    ΑΝΤΩΝΙΑ ΠΑΠΑ ΗΛΙΑ ΗΛΙΑΔΗ κ.α., Π.Ε. 27/2011 ημ.12.12.2016.

[11]Automatic Referral to Mediation (ARM)

[12]Δ. Θεοχάρης «Η Διαμεσολάβηση ως μέσο εναλλακτικής επίλυσης διαφορών», Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 124.

[13]Ibidσελ. 380;www.ismed.it

[14]Άρθρο 29(1)(γ) Περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 ως έχει τροποποιηθεί.

[15]Απόφαση 14ηςΙουνίου 2017, MeniniandRampanelli V Banco PopolareSocietaCooperativa, C-75/2016

[16]Ibidσκ. 61.

[17]Ibid σκ.50.

[18]Αθ. Καστανίδης «Η διαμεσολάβηση ως υποχρεωτική προδικασία της άσκησης ένδικου βοηθήματος», Επιθεώρηση Πολιτικής Δικονομίας , Σεπτέμβριος-Οκτώβριο 2017, σελ.551, σελ. 562

[19]Μέσα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών

[20]Suzy Platt (ed.) Entry 954. William Ewart Gladstone (1809–98)

[21]Penn, William (1693), Some Fruits of Solitude «Reflections and Maxims» p.86.

[22]Εγγεγραμμένος Διαμεσολαβητής και μέλος του Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού του Τμήματος Νομικής Πανεπιστημίου Frederick